ξανθοχολικός


ξανθοχολικός
ξανθοχολικός, -ή, -όν (Α) [ξανθόχολος]
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ξανθόχολο ή που μοιάζει με ξανθόχολο
2. αυτός που πάσχει από ξανθή χολή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ξανθοχολικός — containing masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικώτερον — ξανθοχολικός containing adverbial comp ξανθοχολικός containing masc acc comp sg ξανθοχολικός containing neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικόν — ξανθοχολικός containing masc acc sg ξανθοχολικός containing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικοῖς — ξανθοχολικός containing masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικοῦ — ξανθοχολικός containing masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικωτέρου — ξανθοχολικός containing masc/neut gen comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικωτέρῳ — ξανθοχολικός containing masc/neut dat comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικῆς — ξανθοχολικός containing fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικῇ — ξανθοχολικός containing fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξανθοχολικῷ — ξανθοχολικός containing masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.